Yearly Archives

4 Articles

Η αναθύμηση τ’ ανθρώπου

Posted on

“Όσες εμπειρίες και να αποκόμισε ο άνθρωπος, αυτές οι μεγάλες στιγμές αντιμετωπίζονται με τρόπους που μοιάζουν, επιβεβαιώνοντας μας πόσο μικροί παραμένουμε μπροστά σε αλήθειες που κανένας μοντερνισμός και καμία ανάπτυξη δεν διαφοροποιούν.”

Με ιδιαίτερες ευχαριστίες στην AVANT GARDE και τον Όμιλο DIGITAL TREE για την δημοσίευση του άρθρου

Αγαπημένη μάνα…

Posted on
Αγαπημένη μάνα…

Δεν έγραψα εδώ και καιρό. Ξυπνώ με φράσεις και ιδέες και μετά ξεχνώ. Είμαι στην Γαλλία, στη χώρα που με ξεγέννησε. Σε αυτήν που είδα κομμάτια δικά μου, που με γνώρισα πίσω από το κεντημένο παραπέτασμα του τι μου επέβαλλα και ξεσκιζόμουν να φτάσω. Αυτές οι ιδανικές εικόνες, αυτές οι φράσεις που αρχίζουν με το “εγώ”, “με γνωρίζω καλά”, “ξέροντας με”. Σε μια ανάγκη μεγάλη να είμαστε κάτι συγκεκριμένο. Κάτι ιδανικό, χειροπιαστό, σαν εξίσωση. Και με εμάς και με τους άλλους, χωρίς απρόβλεπτα, χωρίς την τόσο επίφοβη και απειλητική τρέλα. Είχα γονατίσει πολλές φορές στο Λονδίνο, ζητώντας έλεος από τον εαυτό μου, τον κριτή, το τι φοβόμουνα να απογοητεύσει, να πληγώσει, να βγει από τα αναμενόμενα, τα κατεστημένα, τα όρια μέσα στα οποία οι άλλοι γύρω μου θα με αγαπούσαν ακόμη, και δεν θα με απομόνωναν, δεν θα με έβλεπαν σαν τρελό ή σαν πληγή.

Ο φίλος μου ο Λουίτζι αγόρασε ένα πλοιάριο σε ένα ποτάμι εδώ. Το έκανε ξενοδοχείο. Κολλητός μου, αγαπημένος, οικογένεια. Πήγα να μείνω, σπίτι μου αλήθεια, όπως σε κάθε φίλου το σπίτι. Ζει 30 χρόνια στην Γαλλία μα πήγε στην Ιταλία να θάψει τη μάνα του. Συναντηθήκαμε μετά την κηδεία. Μου λέει με ντροπή και απόλυτη συνείδηση και αποδοχή: από την μέρα που πέθανε νιώθω πως είμαι λεύτερος. Δεν ξέρω από τι, δεν ρώτησα, μα μπορώ να αντιληφθώ. Λεύτερος από την απογοήτευση που έβλεπε στα μάτια της, κι’ ας πέτυχε σε ό,τι έκανε, κι’ ας είναι ένας βέρος καλλιτέχνης. Από αυτούς που δεν τέλειωσαν σχολές, μα υπηρετούν την τέχνη μέσα στην καθημερινότητα.

Αυτό το βάρος δεν είχα εδώ… αυτό το ένδυμα. Ήμουν όπως είμαι, τρελός, αστείος, παρεξηγήσιμος, ερωτιάρης, άπιστος, απαίσιος, αγνός, ευαίσθητος, κλαψιάρης, φωνακλάς, ονειροπόλος και τόσα αλλά. Κάποιες μέρες αυτά και άλλες όλα τα αντίθετα. Όμως ανοικτός να μου πουν οι άλλοι αυτά που θέλουν. Με μια ευγνωμοσύνη και χωρίς δικαιολογητικά. Άλλοτε σε τι ρίσκο έμπαινα άμα δεν ήμουν αυτός που ήθελα. Άμα γινόμουν βαρύς και ανεύθυνος, κωλόπαιδο και απογοητευτικός……

Μάνα λοιπόν θα έλεγα εδώ μιας και είναι μια επιστολή προς τη μάνα, δέξου με. Μάνα μην βάλεις τα γυαλιά της κοινωνίας σου και των πιστεύω σου, των φόβων και των απαιτήσεων σου. Κοίτα με γυμνό. Κοίτα εμένα, άκου την ανάσα μου και γλέντα που γεμώνει τα πνευμόνια μου, άκου την καρδιά μου και χόρεψε που δεν ψάχνει καταφύγιο και τρέχει τρελή στους δρόμους σε έρωτες και φιλίες που δεν αποφέρουν παρά την κατάβαση της σύνδεσης. Μάνα κοίτα εμένα γιατρό ή νεκροθάφτη, ομοφυλόφιλο ή τραβεστί, πατέρα ή ανύπαντρο και άγονο, πρεζάκι ή θετό πατέρα μαύρων παιδιών, πόρνη ή καλόγερο. Αγάπα με χωρίς κριτική, χωρίς αυτή την αναμονή στο μάτι, αυτή την ανάγκη να ομορφύνεις την ταυτότητα μου στον κύκλο σου. Ανάσανε με, μυρίσου με, δεν είμαι παρά εφήμερο λουλούδι που φύτεψες μες το χώμα χωρίς να ξέρεις τα χρώματα των πέταλών του.

Μάνα κάνε έγνοια σου μόνο την καλή μου ανάσα και το κέφι να συνεχίζω να ονειρεύομαι, σε καρότσι ή χορεύοντας, πλούσιο ή φτωχό, ντροπιασμένο ή καταξιωμένο κοινωνικά.

Δεν θέλω άλλο από εσένα παρά να είσαι καλά, να κάνεις όνειρα, να γεύεσαι τη ζωή, να χαίρεσαι το σώμα μες το οποίο άρχισε η δικιά μου ζωή…… και ας μην σε βλέπω, και ας μην με βλέπεις. Δεν έχει σχέση με ποιον κάνω παρέα και σε τι μπλέκω, δεν είναι αγάπη να μην με εμπιστεύεσαι και να θέλεις να είμαι άλλος. Αυτά έχω ανάγκη για να πλέω στα ανοικτά της ζωής. Εμπιστεύσου την φλόγα της ζωής μέσα μου και ας μην μοιάζω με τα άλλα παιδιά.

Έγινα αυτό που είμαι, μα σαν τον Λουίτζι το παιδί μέσα μου ανέμενε κάτι από εσένα… εκείνο το καθαρό βλέμμα που δεν είχες παρά σε στιγμές άμα με κοίταζες, αυτή την προσπάθεια να αφήσεις τις σκέψεις και να δεις τα παιδιά σου. Πόσο δύσκολο ξέρω είναι άμα κοιτάζω εγώ τα παιδιά και ξέρω πόσα άλλα θα μπορούσαν να είναι. Βάση όμως ποιου κριτηρίου, ποιου μέτρου;

Πόσο δυσκολεύομαι κι’ εγώ να σκάσω, να μην κρίνω, να μην φοβάμαι, να μην νευριάζω, να μην κάνω αβάστακτες μελλοντικές εικόνες, να μην παίρνω την ευθύνη του τι θα απογίνουν, την ανάγκη να μοιάζουμε και σε 10 χρόνια για να κρατήσουν μια σχέση.

Κι’ όμως ξέρω πως είναι ένας θάνατος που συνέβη ήδη και το μεγάλωμα μια περίοδος να τον αντέξω και μετά, μετά να’μαστε λεύτεροι, και εκείνοι και εγώ.

Μάνα δέξου να’μαι ο ανθισμένος τάφος των ονείρων σου μέσα από τον οποίο ξεφυτρώνει και γεννιέται αυτός που είμαι μέσα από τη δική μου εμπειρία και την δική μου επένδυση αυτού που μου έδωσες.

Ευχαριστώ για όσα μου έδωσες, και τα ωραία και τα άσχημα. Ξέρω πως δεν υπάρχει άνθρωπος που ξέρει να αγαπά χωρίς εγωισμό, χωρίς αναμονή, χωρίς απαίτηση, φόβο. Για να λέγεσαι άνθρωπος χρειάζεται να  αναγνωρίσεις όλα αυτά και αντέξεις ο άλλος να είναι άλλος. Αυτό είναι το γυμναστήριο στο οποίο ασκείται η αγάπη.

Με ιδρωμένη αγάπη, το παιδί σου.

Αγαπημένο μου παιδί…

Posted on
Αγαπημένο μου παιδί…

Αγαπημένο μου παιδί,

Μεγαλώνεις και μαζί σου κι’ εγώ. Γίνεσαι νιότη, και γίνομαι ανάγκη. Γίνεσαι λευτεριά, και γίνομαι φόβος κι’ εξάρτηση… ψάχνεις το καινούργιο κι’ εγώ το γνώριμο.
Αγαπημένο μου παιδί, φοβάμαι. Γιατί πια δεν σε ξέρω και δεν σε αναγνωρίζω, είσαι ένας άγνωστος, μια άγνωστη. Δεν ξέρω τι σου αρέσει και πια στάση να κρατήσω. Έρχεσαι με αγάπη και έρχεσαι με θυμό. Έρχεσαι κάποιες φορές να ακυρώσεις όλα όσα είμαι και όσα υπήρξα.

Άλλοτε γίνομαι κακός κι’ άλλοτε λυπάμαι και το δείχνω. Κι’ εσύ άλλοτε σωπαίνεις και άλλοτε επιτίθεσαι κι’ άλλο. Και ξέρω πως νιώθεις ενοχή μα δεν θέλω. Δεν θέλω ενοχή, δεν θέλω αναγνώριση, δεν θέλω να ψάχνω να σε κολλήσω με όσα υπήρξες και με όσα μου έδινες, μα δεν έχω χώρο να σε γνωρίσω. Ή μάλλον, δεν δέχομαι μες τον εγωισμό μου, κάποιες φορές, να κάνω χώρο. Θέλω κι’ εγώ να με καταλάβουν. Έτσι στο  μέσα μου αναγνωρίζω μόνο την πάλη να πενθήσω που δεν είσαι πια αυτό το παιδί που ήξερα και την πάλη ν’ ανταπεξέλθω στις καινούργιες προκλήσεις που μου βάζει το μεγάλωμα σου.  Χάνομαι λοιπόν και σπαταλιέμαι παρά να σε γνωρίσω.

Κάποιες φορές αντιλαμβάνομαι πως ξέρεις πιο πολλά απ’ όσα εγώ και πως σε πολλά που λέω έρχομαι δεύτερος και με ακυρώνεις, όπως ο δικός μου πατέρας. Και υπερασπίζομαι το δικό μου παιδί μέσα μου κάποιες φορές ως νόμος και τιμωρός και άλλοτε μισώντας σε και νιώθοντας κι’ εγώ ένοχος. Από ήρωας και σωστός, από πηγή ασφάλειας και αγκαλιάς, έγινα ένα τίποτα και ένας κανένας……κάποιες φορές, και συχνά ξέρω πως είναι μέρες που θα ήθελες να εξαφανιστώ όπως και για εμένα υπάρχουν μέρες που θέλω να εξαφανιστείς εσύ. Δεν έχω τι να συζητήσω μαζί σου κάποιες φορές και τι να πω . Και κάποιες άλλες στιγμές γίνεσαι το μωρό μου και έρχεσαι να μου πεις φοβάσαι και συγχύζομαι. Πόσο παιδί είμαι κι’ εγώ!

Άμα καταφέρω να κρατήσω μια πολύ καλή σχέση μαζί σου, σχεδόν συνωμοτική, φιλική, όμορφη, τότε δεν σου δίνω την πιθανότητα να εξαπλωθείς έξω από το σπίτι μας, να βρεις άλλες πηγές αγάπης, να γευτείς τον έρωτα, το σεξ, την απόρριψη, να κάνεις φιλίες πιο σημαντικές κι’ από την οικογένεια, να τολμήσεις, να χαθείς και μόνος να σε ξαναβρείς. Άμα είμαι σε μια απόσταση και δεν ψάχνω να κρατήσω μια σχέση, ίσως να χαθείς και να νιώσεις εγκατάλειψη, να μην αντέξω εγώ ο ίδιος τον εγωισμό μου, να προδώσω τον ρόλο μου και την αγάπη που σου είχα όσο ήσουνα βολικό παιδί και του χεριού μου. Ξέρω έξω εκεί έχει και άσχημα και επικίνδυνα μα δεν πρέπει να στα υπενθυμίζω συνέχεια… λες και η κοινωνία είναι μόνο άσχημη… λες και την ξέρω εγώ πιο πολύ απ’ όσο θα την μάθεις εσύ ποτές σου.

Θυμώνω άμα λες βαριέμαι, μα πόσο καλά ξέρω πως εκείνες τις στιγμές μέσα σου ξεπετάγεται ένα παμφάγο τέρας που σου λέει πως δεν είσαι αρκετό. Που σου λέει πως τίποτα δεν έχει αξία. Που σου λέει πως τα παιδικά σου όνειρα πρέπει να τα κάνεις σκύβοντας το κεφάλι σε υποχρεώσεις, πρέπει και κανόνες. Και σ’ αυτό σου το βίωμα και σ’ αυτή σου την μελαγχολία, οι θεωρίες μου και οι δικές μου εμπειρίες θα πάνε μέχρι το νου σου, και μια από τις υποχρεώσεις που μου δίνει η αγάπη του ενήλικα είναι να οργώσεις μόνος την καρδιά σου. Και είναι γη σκληρή η καρδιά που πρέπει να γδάρεις επώδυνα κάποιες φορές για να ρίξεις μες τις χαραμάδες π’ άνοιξες σπόρους για ν’ ανθίσουν.

Το μεγαλώνω σου με προδίδει με ποικίλους τρόπους. Θα φύγεις. Δεν θα είμαι πια ο πιο σημαντικός και ο πιο σωστός για ’σένα. Δεν θα με χρειάζεσαι και θα πρέπει να βρω άλλη ζωή μες την οποία θα νιώσω την σημαντικότητα που είχα από εσένα. Θα γίνουν άλλοι πιο σημαντικοί… θα παίρνεις τα ρίσκα σου και δεν θα μοιάζουμε πια. Θα γίνεις ξένος, άλλος. Θα πονάς και δεν θα είμαι εκεί. Θα χωριστούν οι ζωές μας και πια οι δρόμοι στους οποίους θα συναντιόμαστε θα’ ναι λίγοι και συχνά από υποχρέωση και όχι από εξάρτηση παιδιού. Και θα πρέπει από ήρωας της τάξης των ελληνικών να γίνω ο ειδήμονας μιας τάξης μαθηματικών που ξέρει καλά να υπολογίζει την απόσταση που έχω να κρατώ για να γίνεις ο άλλος που ο σπόρος μέσα σου σε προορίζει να γίνεις.

Έχω να κατανοήσω πως με αγαπούσες χωρίς όρια όσο ήσουνα εξαρτώμενο και τώρα είναι απόλυτα σ’ εμένα το αν θα με αγαπάς, μιας και η μόνη σου υποχρέωση είναι να έχεις σεβασμό μόνο και μόνο επειδή σου έδωσα την σκυτάλη της ζωής. Άμα παραμείνω ο πιο αγαπημένος τότε θα έχω αποτύχει. Άμα μείνω ένας άνθρωπος που σέβεσαι τότε θα έχω πετύχει στην υποχρέωση μου να σεβόμαστε όλοι την πηγή της μεγάλης μάνας μας, της ζωής. Και μερικές φορές φαντάζει όλο αυτό ένα αίτημα να κόψω με το χέρι μου το άλλο, ξέροντας πως έτσι μόνο θα λευτερωθώ και εγώ μα και εσύ, μόνο έτσι θα δεχθώ πως δεν ήρθα για να γίνω ήρωας και ν’ αγαπηθώ, ν’ αναγνωριστώ και να έχω χρεώστες.  Μα ν’ αγαπήσω, να δωρίσω και να χαθώ μες το άπειρο λεύτερος και ξαλαφρωμένος.

Εύχομαι να ήμουνα γάτα και να ‘σουνα το γατί μου. Να ‘χα απλά να σου δώσω το βυζί μου και να σε προστατέψω όσο χρειάζεσαι μέχρι να ψάξεις μόνο σου φαγητό. Μετά να μην έχω πια σχέση μαζί σου. Παρά να ‘μαι άνθρωπος και να σε μεγαλώνω τόσα χρόνια και να σου επιβάλλω πράματα λες και ξέρω την ζωή ή το μέλλον, λες κι’ ένας δρόμος υπάρχει στην ζήση, λες και υπάρχει σωστό και λάθος. Και να σε φορτώνω ενοχές που σε αγαπώ και που σου δίνω, ενώ θέλω ιδανικά να ’ναι  όλα δώρο και να μην πετάγεται ο εγωισμός μου να ζητά αναγνωρίσεις ακόμα και χωρίς να τις λέω με λέξεις. Να μην πετάγεται ο εγωισμός και να σε συγκρίνει και να σε φοβάται, λες και η οποιαδήποτε κοινωνική αποτυχία σου θα στιγματίσει εμένα ή θα γίνει μια τέτοια τραγωδία στο μυαλό μου για το δικό σου μέλλον και θα μοιάσεις… αλί και τρισαλί… θα μοιάσεις σ’ εμένα! Με τις ανασφάλειες και τις φοβίες μου, τα καταστροφικά και τα λάθη μου. Μακάρι να ‘βρισκα την συχνότητα για ν’ ακούς μόνο την καρδιά μου, μόνο την καθαρή, ατόφια αγάπη που υπάρχει, αυτήν με την οποία κάποτε κι’ εγώ παιδί αγάπησα το ζω, και να μην παρεμβάλλουν οι συχνότητες των σκέψεων και των φόβων μου, των ιδανικών μου, των ανεκπλήρωτων δικών μου, των ευθυνών και των ενοχών μου.

Δεν γράφω για να με κατανοήσεις. Γράφω για να δεις αυτά που δεν μπορώ να σου δείξω, γιατί σαν άνθρωπος δεν είμαι σταθερός, δεν είμαι ένας μα πολλοί, γιατί ξεχνώ συχνά να προβληματιστώ και δρω και αντιδρώ αυτόματα.

Το μεγάλωμα σου με κάνει να κατανοήσω τους γονείς μου. Με κάνει να μαθαίνω να αγαπώ… με κάνει να χαίρομαι τις στιγμές που πια σε βλέπω από απόσταση και ξέρω πως δεν με χρειάζεσαι. Και πως θα ‘σαι ένας άλλος, μια άλλη, ένα άλλο φως, που χαίρομαι που κατάφερα λίγο να βάλω κάποιες πέτρες στον φάρο από τον οποίο λάμπει. Όπως και να ‘σαι, όποιος άνθρωπος και να γίνεις. Με κάνει να μαθαίνω να δέχομαι να μην είμαι προστάτης, ήρωας, απόλυτος, να εμπιστεύομαι την σοφία και να γεύομαι την ενέργεια με την οποία γεμίζεις τις στιγμές ακόμα και άμα είσαι στα δύσκολα μαζί μου. Ευτυχώς η σχέση μας είναι ωραία, κι’ ας έχει και όλα όσα περιέγραψα. Είναι ωραία γιατί είναι ζωή! Και ξέρω πως άμα συναντιόμαστε , η μεγαλύτερη μας προσπάθεια είναι να βρεθούμε ελεύθεροι ο ένας από τον άλλον. Και αυτό σημαίνει χωρίς φόβο και ενοχή και ακόμα πιο σημαντικό, χωρίς μια απογοητευμένη εικόνα στην φαντασία μας πως ο ένας έχει για τον άλλον μέσα του.

Να ζεις παιδί μου και να γεύεσαι τις στιγμές, να δημιουργήσεις το δικό σου. Θα ‘μαι κάπου εδώ γύρω, μες τον ίδιο ωκεανό, για λίγο ακόμα ψάρι κι’ εγώ που ψάχνει να επιβιώσει και να απολαύσει, σε λίγο άμα τα καταφέρω, ένα ναυαγισμένο πλοίο που εύχομαι να περάσεις, άμα θες να επισκεφτείς και να μάθεις στα ερείπια του κάτι από την εμπειρία κάποιου άλλου. Έτσι για να ξεφοβηθείς λίγο πιο πολύ την ζωή και να κάνεις λίγη ειρήνη με τον θάνατο. Εύχομαι ακόμα να φύγω πριν από εσένα και να έχει εκείνη η δικιά σου μοναδική στιγμή την ελπίδα πως θα ‘μαι εκεί άμα φτάσεις μόνος για να μην φοβάσαι.

Σ’ ευχαριστώ.

 

Η πηγή της ζήσης και της αλήθειας

Posted on
Η πηγή της ζήσης και της αλήθειας

Πεθύμησα να γράψω, να χαϊδέψω με τα δάκτυλα τα πλήκτρα και να ακούσω τους ήχους των κουμπιών άμα τα πατάς σε διαφορετικούς ρυθμούς, ανάλογα με τη ροή της έμπνευσης, του πάθους και της βιασύνης. Έχω ανάγκη να μοιραστώ μικρά αποσπάσματα από κάποιες συναντήσεις μου, οι οποίες,  όσο και να’ ναι ιστορίες χαμού και πένθους, ξεσηκώνουν μια κραυγή βρεφική μέσα μου που θέλει να σκουντήσει τη ζωή για να ξυπνήσει. Δεν έχει λύπη, αλλά πάθος. Δεν νιώθει το άδικο της ζωής, μα βλέπει την αποκάλυψη τσίτσιδων μελών της ζωής έτσι ακριβώς όπως τα έφτιαξε ο πλάστης, όπως θα έλεγε και η Ευπραξία.  Και αφού έχω παρομοιάσει τη ζωή με σώμα, μπορεί αυτές οι αλήθειες της, των χαμών και των πενθών, να ήταν τα πόδια και τα χέρια της. Μα έχει κι’ άλλα μέλη τα οποία επίσης συχνά βλέπουμε, γυμνά και από κάποια ξαναπιανόμαστε για να συνεχίσουμε.

Ήταν μια μεγάλη μέρα στο γραφείο.  Ένα νεαρό ζευγάρι που έχασε το παιδάκι του,  μια μάνα που έχασε σε δυστύχημα την νεαρή κόρη της,  ένα αγόρι που έχασε τον μπαμπά του. Ήταν κι’ άλλα ραντεβού επίσης σημαντικά, όμως αυτά… αυτά τα τρία ραντεβού, αυτοί οι τέσσερις άνθρωποι, όλοι πιο νεαροί μου σε ηλικία, με ταξίδευαν σε μέρη που δεν είχαν λέξεις. Άκουγα τη λύπη, το θυμό, το φόβο, το παράλογο, τα δάκρυα καθώς κυλούσαν στα μάγουλα. Άλλα σιωπηλά κι’ άλλα ενορχηστρωμένα από λυγμούς. Σε φάσεις έπρεπε να γίνω σκληρός… σε άλλες δάκρυσα… μα με τσάκωσα και στις τρεις αυτές συναντήσεις να νιώθω τον χαμό τόσο κοντινό στη πηγή της ζωής. Μεγαλώνουμε χάνοντας: από την μήτρα, στο βυζί και από εκεί στην αθωότητα, την ασυνειδησία, τα πρότυπα, τα ιδανικά, αυτούς που κάναμε φίλους, γονείς, καθηγητές, μέρη και ηλικίες. Ξυπνάμε ένα πρωί και τ’ αγαπημένο μας παντελόνι είναι πια μικρό γιατί μεγαλώσαμε κι ενώ είναι το ίδιο σώμα που άλλαξε, εμείς το αναγνωρίζουμε σαν χαμό. Μα έχει καινούργιες προκλήσεις και άλλες ελευθερίες, καινούργιες γεύσεις και μπόλικα πρωτόγνωρα που ο χαμός είναι ένα εισιτήριο που φαίνεται φτηνό σε τιμή.

Όταν όμως χάνεις το παιδί σου ξαφνικά, και αυτό είναι 8, 10, 20 χρονών τότε το εισιτήριο είναι πανάκριβο και ό,τι άλλο και να δώσει η επόμενη πράξη του σκηνικού της ζωής εσύ νιώθεις να’ χεις γίνει ένας μίζερος, απένταρος, μετανιωμένος άνθρωπος. Ήξερα πως δεν είχε ανακούφιση ο πόνος τούτος. Ήξερα πως οι προσπάθειες τους να τρέξουν σε πνευματικούς, αγίους και μέντιουμ, γιατρούς και ψυχολόγους δεν θα έδινε, παρά στην καλύτερη περίπτωση, ένα φύσημα πάνω στην πληγή που καίει και θα καίει.

Ο νεαρός που έχασε τον πατέρα του, σε μια διαδικασία που κράτησε κάποια από τα παιδικά του χρόνια, είχε ερωτευτεί μα δεν το άντεχε. Μόλις τον έφτυσε η κοπελιά ανακουφίστηκε, ηρέμησε, ξαναβρήκε τη χαρά του. Τον είχα ήδη δει κάποιες φορές μα σε τούτο το ραντεβού αντιλήφθηκα πόσο φοβόταν να χαρεί, πόσο να ελπίσει και να ονειρευτεί, να γίνει ήρωας μέσα σε μια φαντασίωση του, ο απόλυτος γκόμενος σε μια άλλη. Ο χαμός του πατέρα του ενώ δεν φαινόταν να τον επηρέαζε μέχρις εκεί, αφού τον αντιλήφθηκε και τον σκέφτηκε πριν γίνει, του επέτρεψε να μπει στην εφηβεία όπως κάθε άλλο παιδί μέχρι που έπρεπε να αρχίσει να ονειρεύεται και να ελπίζει για χαρά, να βγει από τα καθημερινά και τα παρεΐστικα, τα μαθήματα και τις εξόδους και να δει τον εαυτό του και την ζωή να χορεύουν παρέα.

Και καθώς χορεύουν, να της κλέβει ένα φιλί σ’ έναν έρωτα απάνω και να της ζητά να του πει πόσο ικανός είναι να κάνει για σπουδή ένα πάθος του και όχι απλά κάτι βιοποριστικό. Να την πιέζει να τον βάλει στ’ όνειρο της και να τον ταξιδέψει μέσα σε αυτά που φοβάται αλλά ποθεί. Μα μόλις κάτι τέτοιο υπήρχε σαν πιθανότητα για τον Ορέστη, πνιγότανε, έχανε τους βηματισμούς, βαριόταν, έτρεχε στην καρέκλα του και παράταγε τον χορό. Έγινα σκληρός. Δεν έκλαψε, μα ένιωσα πως είδε την πληγή που ζούμιζε ακόμα και έπνιγε την φαντασία κάθε είδους και την προδομένη ελπίδα από τότε που παρακάλαγε τον πατέρα να ζήσει.

Το ζευγάρι που έχασε ξαφνικά το παιδάκι του ήταν σε μια διαδικασία άλλη. Μια θλίψη και μια άρνηση.  Φαινόταν ωσάν να ζούσε αυτή την πιο σκληρή περίοδο, πιστεύοντας πως στο τέλος της ίσως να είχε την επιστροφή του παιδιού τους. Η μαμά έκλαιγε και γελούσε, έβλεπε τον εαυτό της από ψηλά μιας και άφησε το σώμα της να κινείται και να δρα χωρίς να το κατοικεί. Δεν μπορούσε να σκεφτεί μια άλλη μέρα και φοβόταν την επόμενη ώρα. Μέσα σε ένα άγχος η επόμενη ώρα να φέρει την συνειδητοποίηση του για πάντα χαμού του παιδιού της. Της είχα βάλει δουλειές να διεκπεραιώσει, όχι για να ξεχαστεί αλλά για να έρθει λίγο πίσω στο σώμα της και να μπορέσει να νιώσει πως ζει. Ήξερα και ξέρω σε τόσες τέτοιες περιπτώσεις, πως δεν την ενδιέφερε πια η ζήση, ούτε ο χρόνος ούτε ο θάνατος. Όμως ζούμε όσο έχουμε ζωή και τα άλλα παιδιά της την χρειάζονταν. Είμαι σίγουρος πως θα ήθελε να’ ναι κάπου στην Αίγυπτο μιας άλλης εποχής και να μπει στην πυραμίδα με το νεκρό παιδί της και όλους τους άλλους που δεν θα ήθελε να συνεχίσουν να ζουν και να τελειώσουν όλα για όλους. Μα η ζωή συνεχίζεται… ερήμην μας κάποιες φορές. Και όσο και να νιώθουμε προδότες καταφέρνει η ανάγκη και η ευχαρίστηση να μας ξαναδελεάσουν προπαντός άμα το πένθος μας φτάνει στην αποδοχή του τι μας έτυχε να βιώσουμε. Έρχεται η στιγμή που ξανακολλάμε την παλιά ζωή με την καινούργια και βρίσκουμε μέσα στη συνέχιση τούτη λόγους να θέλουμε να ζήσουμε. Εκεί που η αγάπη για το αγαπημένο μας πλάσμα γίνεται σαν το γάλα μες τα βυζιά μας που ψάχνει να ταΐσει κάποιον άλλον ιερό σκοπό.

Ο πατέρας εκείνος, σ’ εκείνο το πρώτο ραντεβού, λίγο μετά τον χαμό τους, ήταν ήρεμος. Είχε κάνει τα πάντα όπως έπρεπε και κρατήθηκε δυνατός, ωσάν να μην ήθελε το παιδί του να τον δει να διαλύετε από εκεί ψηλά, να μην καταστρέψει την εικόνα που 8 χρόνια έδινε, πως ο μπαμπάς μπορεί και είναι εδώ για να νιώθει το μικρό του ασφάλεια, θαυμασμό, ανακούφιση. Δρούσε σαν καλός πατέρας με άδεια αγκαλιά που έψαχνε τρόπους να την ξαναγεμίσει. Ίσως ένα άλλο παιδί, ίσως κι’ άλλη δουλειά, ίσως μια υιοθεσία. Κάποιον σκοπό να συνεχίσει τον ρόλο του πατέρα της μοναχοκόρης του που δεν άντεχε να παραδώσει.

Η άλλη μάνα ήταν θυμωμένη. Με τον θεό, τους γείτονες, κάθε άνθρωπο που έλεγε ωραία λόγια στην κόρη της όταν ζούσε, τους φίλους του παιδιού της που συνέχιζαν. Είχε οργή με την ζωή που δεν σταμάτησε την ώρα που πέθανε η κόρη της και την ανάγκαζε να συνεχίζει κι’ αυτή, με ίδια σκηνικά, ίδια κοστούμια, ίδιες εικόνες και ηθοποιούς μα χωρίς το παιδί της. Είχε τόσο θυμό που σε κάποια φάση της προκαλούσα κι’ άλλο μέχρι που λύγισε και έκλαψε και καταράστηκε τη ζωή, το θεό, τους άλλους, τον εαυτό της. Υποψιάστηκα πως άμα μαλακώσει, άμα πάψει να’ ναι θυμωμένη, άμα δεχτεί να αφεθεί στο κλάμα, την απομόνωση, την βοήθεια των άλλων γύρω της τότε ρισκάρει να δεχτεί το χαμό και ακόμα χειρότερα να ξεχάσει τη Μάρα. Έτσι δεν ήθελε να δώσει τίποτα στον εαυτό της. Ήθελε να ψάχνει, ήθελε να απεχθάνεται, ήθελε να ζηλεύει… να ψάχνει τα δίκια της, να μισά και εκείνην και τη ζωή, τη δικιά της, των άλλων, την ευρύτερη. Ο θυμός της την κρατούσε δίκαια. Μια καλή μάνα που αρνιόταν να χαρεί ή να δώσει χώρο σε δικά της συναισθήματα και ανάγκες, για να μην κάνει τη νεκρή της κόρη, να νιώσει μόνη στην αδικία που τη βρήκε.  Ο θυμός απέκλειε κάθε άλλο συναίσθημα, κάθε άλλη επαφή, κάθε καινούργια σύνδεση. Όπως και η κόρη της ήθελε να την τρώει η οργή σαν το χώμα το σώμα. Απαιτούσε από εμένα να της εξηγήσω, να της πω αυτά που μόνο κάποιος που πέθανε και ξανάρθε μπορούσε να της πει, ήθελε μια δικαιολογία, ένα σκοπό για τούτη την οδύνη, για το άδειο δωμάτιο, για τα μαύρα Χριστούγεννα και το καταραμένο Πάσχα που πέρασε. Οι πνευματικοί της είπαν διάφορα, μέχρι και για νηστείες για την ψυχή του παιδιού της. Τη φόρτωσαν μπόλικες ενοχές όπως συνήθως κάνουν οι πλείστοι αφού ξέρουν πως άμα γυρίσει να φάει τη σάρκα της θα σωπάσει και θα κοιμίσει κάθε συναίσθημα.

Εγώ δεν ήθελα να φάει τη σάρκα της. Ήθελα τόσο πολύ να σκάψει μέχρι να ξαναβρεί την αγάπη της για τη Μάρα. Να ματώσει, να φωνάξει, να νιώσει το κενό που ήδη υπήρχε και να τη δώσει σε κάποιον… σε άλλους. Να ζήσει η Μάρα ξανά μέσα από την καρδιά της. Να χαϊδεύουν τα χέρια της ωσάν να αγγίζει το παιδί της.

Εκείνο το βράδυ που σχόλασα, όπως και τόσα άλλα, διερωτήθηκα αν υπήρχε η ανάγκη των παρεμβάσεων μου, αν δεν θα έπαιρνε τον χρόνο της η απίστευτα επώδυνη διαδικασία έτσι κι ’αλλιώς. Και καθώς έγραφα σημειώσεις με πήρε η μνήμη στη βρύση μπροστά στο σπίτι της Ευπραξίας ένα πρωί που έφερναν το άσπρο φέρετρο του νεαρού μας γείτονα που πέθανε σε τροχαίο. Παρακολουθούσα τη διαδικασία καθώς τότε θα έμενε εκεί το σώμα μέχρι την κηδεία. Δεν με πήρε η Ευπραξία… περίεργο. Με πήγε μετά την κηδεία που πια η αγαπημένη μας γειτόνισσα είχε κρεβατωθεί, για ‘κείνη τη μέρα, το μήνα, όλο το καλοκαίρι, το φθινόπωρο και μέχρι που να μην τη θυμάμαι πια στην αυλή. Δεν ξέρω πως τα άλλα της παιδιά το βίωσαν όλο αυτό. Ίσως άμα κάποιος την ταρακουνούσε ίσως να μην έμενε μέσα σε τούτο το απέραντο πένθος για τόσο πολύ.

Θέλουμε δεν θέλουμε η ζωή είναι πιο μεγάλη από εμάς. Υπήρχε πριν και θα υπάρχει και μετά, ζούμε δεν ζούμε. Μας βάζει τρικλοποδιές, μας χώνει μεγάλα μαχαίρια βαθιά, μα συνεχίζει και μας θέλει μαζί της. Δεν έχει λογική που να χωράει στον ανθρώπινο νου, μήτε είναι οι βουλές της δικαιολογημένες μέσα στα μικρά μας μυαλά. Όσο και να πονέσουμε, όσο και να αδικηθούμε, όσο σκληρά και άκαρδα και αν νιώσουμε, συνεχίζει και μας τραβά μαζί της σαν ο Αχιλλέας τον νεκρό Έκτορα. Μας δίνει την επιλογή να σηκωθούμε και να συνεχίσουμε, να δημιουργήσουμε, να αγαπήσουμε, να δώσουμε στο σύνολο, τους φίλους, τα παιδιά, την κοινωνία. Προσωπικά δεν πιστεύω σε απώτερους σκοπούς, ούτε πως ήρθαμε να βρούμε την ψυχή μας και να καταλάβουμε τον σκοπό μας. Πιστεύω ήρθαμε να χρησιμοποιήσουμε όσα μας δόθηκαν κάτω από οποιαδήποτε συνθήκη, από αισθήσεις, αισθήματα, ενέργεια… να μοιραστούμε, να αγαπηθούμε, να αφήσουμε ένα δώρο για τα παιδιά του κόσμου που ζουν και θα ζήσουν μετά θάνατον μας.

Όσο και να σε κτυπήσει σε βράχια, όσο και να σε κόψει και να σε δαγκώσουν τα υβρίδια μέσα στο ποτάμι της, η ζωή – άμα σε αφήνει να ρέεις ακόμα μαζί της – δεν σου δίνει επιλογή. Ζεις. Και μερικές φορές χωρίς σκοπό, χωρίς κέφι, χωρίς εξήγηση. Μα κάτι φέρνει πάλι, μια βάρκα κάπου προβάλει και βγαίνεις πάνω της και το ταξίδι φαίνεται καλύτερο.

Και άμα εργάζεσαι με κόσμο που πεθαίνει, με ανθρώπους που έχασαν ό,τι πιο πολύτιμο, χρειάζεται να αγαπάς τη ζωή για να μπορέσεις να ακούσεις τις κατηγορίες εναντίων της, να την ξέρεις καλύτερα τούτη την ερωμένη σου, να μπορέσεις έστω και ωμή που έγινε να της ξαναφτιάξεις την σχέση της μαζί με αυτούς τους ανθρώπους που πρόδωσε. Όχι γιατί φοβάσαι τον πόνο, όχι γιατί πρέπει να’μαστε χαρούμενοι.

Επειδή ζούμε και ο χαμός είναι ό,τι πιο κοντινό στην πηγή της ζήσης και της αλήθειας.