Μιά μαργαρίτα

Posted on
Μιά μαργαρίτα

Όλα άρχισαν ένα Σάββατο του 2003. Είχε πάρει τηλέφωνο και ζήτησε να δει ψυχολόγο μα δεν μπορούσε να φύγει από το σπίτι γιατί ήταν τυφλή. Προσπαθήσαμε να βρούμε χρόνο μα είχε τόσα να κάνει, να υπογράψει τα έργα ζωγραφικής της, να μάθει κολύμπι που την πήγαιναν με το λεωφορείο της σχολής τυφλών, μαθήματα πιάνου και υπολογιστών. Είχε ένα καρκίνο για τον οποίο δεν θα έπαιρνε θεραπείες και στο μυαλό μου η γλυκιά και βαθιά φωνή αυτής της ηλικιωμένης κυρίας με έκανε να αμφιβάλλω αν είχε σώας τας φρένας. Πήγα όμως, Σάββατο πρωί πρωί, σε μια αυλή ενός παλιού σπιτιού γεμάτου πίνακες στοιβαγμένους εδώ κι’ εκεί. Μου άνοιξε την πόρτα και ενώ ήταν μεγάλη σε ηλικία, τυφλή από τον διαβήτη σχεδόν εντελώς, κινούταν μες τον χώρο σαν μια χορεύτρια γεμάτη χάρη.

Αράξαμε και με τράταρε γλυκό και καφέ. Είχε συντροφιά της μια κοπέλα από το Βιετνάμ που φαινόταν ευτυχισμένη μαζί της. Δυο γυναίκες σε ένα σπίτι που έμοιαζε σαν μετακόμιση γκαλερίς.

Άρχισε να μιλά ωσάν να την κάλεσε κάποιος από άλλο τόπο να με γαληνέψει μέσα στη θανατίλα στην οποία ζούσα και φοβόμουνα τόσο κι’ εγώ να πεθάνω.

Φράση πρώτη και το θεατρικό που θα μ’ έφερνε εμπρός σε αλήθειες δικές μου σε λίγους μήνες ξεκινούσε χωρίς εγώ να το ξέρω.
«Πεθαίνω νεαρέ μου. Και μου αρέσει που ζω άλλη μια μοναδική εμπειρία….»
«Πεθαίνετε λέτε ενώ ζείτε κάθε ώρα, κολύμπι, πιάνο, υπολογιστές….»
«Όσο υπάρχει ζωή υπάρχει γνώση και είναι αμάρτημα και ύβρις να μην αποκτήσεις όση περισσότερη σοφία υπάρχει γύρω σου.»
«Και τι θα θέλατε από ‘μένα;»
«Θέλω να εξομολογηθώ, θέλω να πω αυτά που με βαραίνουν. Για τη θεία μου, τους έρωτες μου, τα λάθη με τα παιδιά μου. Ο κόσμος άλλαξε, δεν είναι πια οι παπάδες που είναι γι’ αυτές τις δουλειές, είστε εσείς που μαθαίνεται τον άνθρωπο μέσα από τα βιβλία και την εμπειρία, τον άνθρωπο του σήμερα…….»

Τα Σάββατα καθιερώθηκαν, εγώ και η Βέρα – γίναμε οι ‘εραστές‘ του Σαββάτου. Αυτή, στην ηλικία της γιαγιάς μου τότε, κι’ εγώ διψασμένος για την ηρεμία που κάποιος που έφευγε μου έδινε για τον θάνατο. Αυτόν που όλοι οι άλλοι ασθενείς μου και εγώ φοβόμασταν τόσο. Η Βέρα με βάφτισε αγαπημένο και με φλέρταρε με την καρδιά. Ήθελε να κατακτήσει τα συναισθήματα μου, να πάρει ζωτικότητα και νιότη από ‘μένα και να μου δώσει σοφία και καφέ με γλυκό του κουταλιού. Και αυτή η ανταλλαγή ήταν όμορφη και μέσα της γεννιόταν μια σύνδεση ποιητική μέχρι που η ασθένεια χειροτέρεψε. Μετά το τελευταίο μας Σάββατο με πήρε τηλέφωνο. Ήταν πρωί και κάπου ήμουνα σε κάποιο άλλο σπίτι ασθενή. Απάντησα.
«Αγαπημένε φεύγω», είπε με αχνή φωνή.
«Παίρνω ασθενοφόρο», της λέω.
«Όχι όχι σε παρακαλώ, ας τ’ αφήσουμε έτσι.»
Μα πήρα και την έφεραν στο νοσοκομείο. Ήταν άσχημα, έγινε κάπως καλύτερα μα θα έπρεπε να νοσηλευτεί και χρειαζόταν οξυγόνο.
«Και τώρα, τι;», μου είπε
«Τι εννοείς;»
«Τι θα κάνω με τον χρόνο;»
«Θα σου φέρω ένα κασετοφωνάκι και θα μου γράψεις για τη ζωή σου, για την Λάρνακα και τους Εγγλέζους, για την γιαγιά σου που ήρθε από την Ιταλία και έβραζε μεταξοσκώληκες και πούλαγε μετάξι, για εκείνο το γάμο του Τούρκου που σε πήρε ο θείος σου με τ’ άλογο.»
Και άρχισε μια αφήγηση που ηχογραφούσε για όσες μέρες της παρέμειναν και που στο τέλος, άμα δεν είχε πιά δυνάμεις, έδωσε εντολές στην κόρη της για άλλα που ήθελε να συμπεριλάβει για να μου τα μεταφέρει. Η Βέρα δεν έπαιρνε καμία δουλειά της ξώπετσα. Ήθελε σε όλα να βάζει ψυχή, ό,τι και να ήταν, ακόμα και τις αγγαρείες.

Παρέδωσα στην οικογένεια όλες τις ηχογραφήσεις στις οποίες η κουρασμένη φωνή και ο ήχος από τ’ οξυγόνο αναγκάζουν τον ακροατή να συγκεντρωθεί καλά για ν’ ακούσει. Τα κατέγραψα στο χαρτί όλα πριν τα δώσω. Και θυμάμαι καθώς κατέγραφα, ακούοντας τη φωνή της, να γαληνεύω και να παίρνω δύναμη από έναν άνθρωπο που χωρίς σώμα σχεδόν μιλούσε σαν ένα αστέρι που λάμπει όλο και πιο πολύ πριν σβήσει και χαθεί παντοτινά.

Τα πρωινά περνούσα πρώτα από το δωμάτιο της στο νοσοκομείο. ‘Eνα πρωί μου λέει:
«Δεν πονώ πια.»
«Τελεία», είπα.
«Αυτό σημαίνει φεύγω», μου λέει, «και θα ήθελα να ‘σαι δίπλα μου στο πέρασμα.»

Μέχρι τότε, παρόλο που είχα κάποια χρόνια στο χώρο, δεν έτυχε ποτέ να είμαι μόνος με κάποιον που έφευγε και φοβόμουνα. Φοβόμουνα αυτή την στιγμή μεταξύ του υπάρχω και δεν υπάρχω, αυτή την τρέλα που δεν χωρά στο μυαλό.
Ήταν κουρασμένη και της είπα θα γράψω εγώ για εκείνην, μια ιστορία βασισμένη στις εξομολογήσεις και τις αφηγήσεις της, μια ιστορία που θα προσπαθούσα να διηγούμουν ωσάν να ήμουν η Βέρα στο αρχοντικό της Λάρνακας.

Την Παρασκευή εκείνης της εβδομάδας της την έκανα δώρο. Είναι η ιστορία που θα διαβάσετε πιο κάτω. Έκατσα δίπλα της και αυτή έκλεισε τα μάτια και μ’ άκουγε, δεν μίλησε, δεν κινήθηκε μέχρις που τέλειωσα. Αφορά την θεία της, την Μαργαρίτα, η οποία γύρω στα 16 έκανε ένα ψυχωσικό επεισόδιο και μετά άλλο ένα. Η Μαργαρίτα έπασχε από σχιζοφρένεια, και η Βέρα την είχε μαζί της μέχρι το τέλος της ζωής της θείας.

Μιά Μαργαρίτα…
«Είναι γνωστό πως η μαργαρίτα κρατά στα πέταλα της την αλήθεια της καρδιάς τ’ αγαπημένου μας. Ένα ‘μ’ αγαπά’ και ένα ‘δεν μ’ αγαπά’ τρέχουν το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο… γύρω γύρω απ’ την καρδιά της.
Αυτή η καρδιά της είναι που ενώνεται με την δικιά του αγαπημένου μας και τον νιώθει, τον αφουγκράζεται, τον ξεβγάλει, σαν αρχίζουμε με πάθος να τη μαδάμε.
Η δικιά μου Μαργαρίτα δεν άντεξε αυτή τη δοκιμασία, κάπου παράσιτα μπήκαν στη σύνδεση της με τις άλλες καρδιές και μάρανε πριν φτάσει ν’ ανθίσει και ν’ ανοίξει καλά καλά.

Τότε, μικρή που ήμουνα, νόμιζα πως έφταιγα κι’ εγώ…. ύστερα όμως κατάλαβα πως η φύση ήταν τέτοια κι’ εκδιωκόταν την ομορφιά π’ άρχιζε να ξεπουλιάζει πρόωρα.
Κι’ εκεί που τα πέταλα της θα μπορούσε ένας ερωτευμένος άλλος κάποτε ν’ ακουμπήσει με πάθος και να μαδά με μανία, να την ζήσει, να την συνδέσει, να την ξεντύσει, άρχισαν από μόνα τους να ψιθυρίζουν λέξεις ακατανόητες και πρωτάκουστες που έκαναν τη μελωδία της ομορφιάς της παράνοια Σειρήνων.
Η Μαργαρίτα δεν πρόλαβε να δεθεί σαν τον Οδυσσέα και πήδηξε μέσα να πνιγεί.
Το σπίτι μας ήταν βασίλειο με ερμάρια που έφταναν το ταβάνι, λες και τα έφτιαξαν στο σπίτι μέσα για να μην μπορέσει να τα βγάλει κανείς ποτές. Μέσα τους κρυβόταν προίκες της γιαγιάς, της μάνας, της Μαργαρίτας και στο κάτω μέρος τους τεράστια συρτάρια έκρυβαν θησαυρούς που απαγορευόταν ακόμη να δω.
Έφταναν κι’ εκείνη τη μέρα τα βήματα της Μαργαρίτας στις σκάλες. Την κοίταζα που ανέβαινε με τα σγουρά κοκκινόξανθα μαλλιά της, ψηλή, λεπτή μα όχι αδύνατη, να τιμά με τις παρθενικές της καμπύλες την στολή του σχολείου. Μια αχτίδα στα μάτια της κι’ ανακάλυπτε κανείς τα πιο όμορφα χρώματα που καμία γήινη παλέτα δεν κατάφερε να χωρέσει.
Ήμουνα μικρή τότε και ο κόσμος τεράστιος. Ακόμη και το ταβάνι του σπιτιού μας έμοιαζε ν’ αγγίζει τον ουρανό, ακόμη και η γάτα της αυλής μας φαινόταν σαν τίγρης μια ίλαρης ζούγκλας, ακόμη και η Μαργαρίτα φαινόταν γίγαντας μα την θαύμαζα. Περίμενα στη σκάλα κοιτάζοντας τα σκαλοπάτια μέχρι να τα μισήσω, να τα μισήσω τόσο που να θέλω τόσο ανυπόμονα να φτάσει από το σχολείο να τα πατήσει να πονέσουν, να λευτερωθεί κι’ εμένα η καρδιά μου.
Κι’ ερχόταν πάντα και πάντα τα πατούσε κι’ ας ξέχναγα ότι τα μισούσα σαν έφτανε, κι’ ας ξέχναγα πως δεν ήταν άγγελος παρά άνθρωπος, πλάσμα, θεία μου και η νεότερη αδελφή της ήδη νέας μάνας μου.
Μπήκαμε και οι δύο στο σπίτι που μας περίμενε ζεστό το φαγητό. Κάτω από τα ερμάρια της γιαγιάς παράξενοι θόρυβοι και κλάματα γατιών κάθε ηλικίας γέμιζαν τα κενά των γευματικών μας συνομιλιών. Η Μαργαρίτα μιλούσε για τις συμμαθήτριες της, τις καλόγριες που την δίδασκαν, τα μαθήματα που της έβαλαν για τ’ απόγευμα. Εγώ λυπόμουνα που πάλι είχε διάβασμα μα θα ζωγράφιζα στο πλάι της και θα παρηγοριόμουν.
Σαν τέλειωσε το γεύμα η Μαργαρίτα σηκώθηκε να πάει στη κάμαρα της. Την ίδια ώρα μια μάνα γάτα κάτω απ’ το ερμάρι αναρωτιόταν γιατί ένιωθε λιγότερα τσιμπήματα στα μπόλικα βυζιά της……… Το πόδι της Μαργαρίτας σηκώθηκε κι’ ανακάθισε χωρίς να πιάσει γη. Ακούστηκε ένας θόρυβος παράξενος κι’ ο κόσμος έσβησε για κλάσματα δευτερολέπτου από γύρω μας. Η γάτα ξεπρόβαλε βιαστική απ’ την κρυψώνα της μα η κίνηση της ελαττώθηκε μόλις αντίκρισε το νεκρό γατί της και σήκωσε τα μάτια άψυχα και παγωμένα να κοιτάξει την φόνισσα του σπλάχνου της. Η Μαργαρίτα δεν είχε λόγια στο στόμα της, παγωμένη κοίταζε το μικροσκοπικό γατάκι που μόλις σκότωσε άθελα της. Εγώ σκέφτηκα πως δεν το μισούσα σαν τα σκαλοπάτια που ήθελα τα βήματα της να εκδικηθούν…. εμένα μ’ άρεσαν τα γατάκια.
Η Μαργαρίτα ξανακοίταξε το γατάκι και με λυγμούς και κλάματα έτρεξε στη κάμαρα της.
Ήταν απαρηγόρητη, η μελέτη ξεχάστηκε, η στολή παράμεινε, ο άσπρος κολάρος βράχηκε…
Εγώ δεν ήξερα πια τι να κάνω. Πήρα μια κούκλα και πήγα ξανά στη σκάλα. «Τα γατάκια έχουν παράδεισο», είπα και έτρεξα να το πω και στην Μαργαρίτα, μα το κλάμα της έπνιγε τη φωνή μου και ξανάφυγα.
Μια άλλη μέρα ξημέρωσε σπίτι μας και το γατάκι ξεχάστηκε, το κλάμα έπαψε, η ζωή συνεχίστηκε.

Στο σπίτι μας τα κορίτσια είχαν το δικό τους ποτήρι, εγώ ένα γαλάζιο κλεμμένο απ’ τον ουρανό και η Μαργαρίτα ένα ίδιο, μικρούλι, ροζ. Ήταν απόγευμα θυμάμαι και δίψασα. Πήγα στην κουζίνα να πάρω το ποτηράκι μου. Καθώς έφτανα είδα το ροζ της Μαργαρίτας να κάθεται μόνο στο τραπέζι. Όπως το ξανάδα στο φως εκείνου τ’ απογεύματος το βρήκα πιο όμορφο απ’ το δικό μου. Με τη καρδιά γιομάτη ενθουσιασμό και τα χέρια γιομάτα ενοχές το πήρα. Δεν άντεξα όμως να πάω μέχρι τη βρύση και μου ‘πεσε. Ο θόρυβος που έκανε ξύπνησε το φόβο στους μεγάλους που έτρεξαν να δουν τι μου συνέβη. Η Μαργαρίτα κοίταξε τα ροζ θρύψαλα με τα πολύχρωμα μάτια της και διπλώθηκε. Το κλάμα ξανάρχισε σαν κι’ εκείνη την άλλη μέρα. Πιο έντονο όμως, πιο απαρηγόρητο. Μέρα και νύχτα συνέχιζε χωρίς σταματημό.
Της έλεγαν οι άλλοι: «Πάρε της Βέρας. Μαργαρίτα, πάρ’ το εκείνο.» Μα αυτή δεν μίλαγε μα μόνο έκλαιγε.
Μια περίοδος παράξενη ακολούθησε. Η Μαργαρίτα έσβηνε σιγά σιγά. Καθόταν στο παράθυρο και κεντούσε μέρα και νύχτα σαν Πηνελόπη που περίμενε κάποιον, κάτι, τίποτα ίσως.
Εγώ μεγάλωσα γρήγορα και κάθε φορά που πήγαινα κοντά της έπαιρνε το μικρό στρουμπουλό μου χέρι και το φιλούσε.
Μεγάλωσα, παντρεύτηκα, μετακόμισα σε άλλη πόλη και σαν τη προίκα από τα ψηλά ερμάρια της γιαγιάς πήρα και την Μαργαρίτα. Ένα βράδυ αρρώστησε, φέραμε το γιατρό και την κοίταξε, το πρωί την βρήκα νεκρή….

Η Μαργαρίτα θα βρήκε άραγε το γατάκι, θα ξανάπαιρνε στα χέρια της το ροζ ποτήρι; Θα την αγάπαγε κανείς άραγε εκεί που πήγε;
Πήρα ένα μπουκέτο με λουλούδια στ’ όνομα της και τα μαδούσα ένα ένα να ρωτάω με μανία……….ίσως να τρελάθηκαν κι’ αυτά…. δεν ήξεραν λέει, δεν ξέρανε…»

Και άμα τελείωσα την αφήγηση μου, γύρισε προς το μέρος της φωνής μου με δάκρυα χαράς:
«Έτσι ήταν, έτσι. Και να προσθέσεις:
Στα 74 μου πεθαίνω πια κι εγώ, τυφλή και ξέγνοιαστη. Βλέπω να με περιμένει στον ουρανό μια αγκαλιά φτιαγμένη απ’ όλους αυτούς που απάρτιζαν τ’ αρχοντικό της Λάρνακας. Θα’ ναι ο παράδεισος γιομάτος Μαργαρίτες και ροζ ποτήρια. Η Μαργαρίτα μ’ άφησε κληρονομιές στα γούστα μου, και όλα ήθελα πάντα να ‘ταν ροζ. Ροζ θέλω και την κηδεία μου, το χρώμα που κουβάλησα σαν τιμωρία και σαν υπενθύμιση της καρδιάς του ανθρώπου. Ζωγράφιζα μια ζωή γιατί έτσι έκανα μικρή δίπλα της, γιατί πάλευα να βάλω τα χρώματα απ’ τα μάτια της στα όσα δεν θα μπορούσε πια να δει και ν’ απολαύσει.  Εύχομαι στον παράδεισο να μην είναι ψυχίατροι να την ξαναφορτώσουν φάρμακα, κι’ άμα την δω να έχει βρει αυτό που περίμενε κεντώντας στο παράθυρο . Και θα κάτσω πλάι της και θα ζωγραφίζω καθώς απολαμβάνει.»

Την Δευτέρα το πρωί μπήκα στο δωμάτιο της ξανά, ήταν Μάρτης και η Βέρα ήταν πολύ κουρασμένη. Ήμασταν μόνοι, έσκυψα στ’ αφτί της και της είπα «Φύγε όποτε θες, είμαι εδώ».

Δάκρυσε και έγειρε το κεφάλι και έφυγε. Έτσι! τόσο απλά, τόσο εύκολα, τόσο γρήγορα. Μια λάμψη που αναφάνηκε μέσα στον Ήλιο της άνοιξης εκείνο το πρωί και χάθηκε μες το φως.

Η ομορφιά είναι σαν την ενέργεια, υπάρχει παντού, κινεί τα πάντα και τα γεννά, τα ρουφά ξανά κοντά της και φτιάχνει κι’ άλλα, έχει πηγή την καρδιά και άμα ξεχνάς τον χρόνο και φτιάχνεις ζωή απ’ αυτήν, σ’ όποια κατάσταση και να’ ναι το σώμα, σε γεμίζει με ευδαιμονία…….

 

Back to start…

Posted on
Back to start…

Αρχίζοντας κάτι έχω ένα τεράστιο ενθουσιασμό, είμαι σίγουρος πως θα το πάρω μέχρι ένα τέλμα και θα το χαίρομαι, θα ανθίσω μαζί του, θα μεγαλώσω και θα ανοίξω κι’ άλλο το πνεύμα, την καρδιά, να γίνω σχεδόν αυτός ο ονειρικός εαυτός, ο πιο αληθινός εγώ. Στα πρώτα βήματα ενθουσιάζομαι ακόμη περισσότερο, η σεροτονίνη εκκρίνεται μπόλικη και είμαι σε μια ωραία κατάσταση. Μετά χαλαρώνω. Αρχίζω άθελα μου να χάνω ενδιαφέρον, ωσάν να έβαλα αυτό το καινούργιο που άρχισα στον ήλιο, το οποίο ξεθωριάζει, χλωμιάζει και ερήμην μου χάνω έμπνευση και ενδιαφέρον. Ακόμα και το ταλέντο που άγγιξα μέσα μου εξαφανίζεται, διερωτώμαι ποιος είναι αυτός που τόσο ολοκληρωτικά δινόταν μέχρι χθες, σε ένα έρωτα, ένα γραψίμι, μια καινούργια δουλειά, το διάβασμα, τη διατριβή , τα παιδιά, τη δίαιτα, την απόφαση. Θέλει πολύ κόπο να συνεχίσω και όλος ο ενθουσιασμός γίνεται σχεδόν αγγαρεία και ενώ συνεχίζω να είμαι εκεί και να δρω, πλέον βιάζομαι να τελειώσει, δίνω λιγότερη σημασία και φυσικά αγγίζω το μέτριο, βάσει της δικιάς μου κρίσης, νερόβραστο, ανούσιο, αναγκαστικό.

Κι’ ενώ άρχισε δυναμικά και μαζί του, τα συναισθήματα και βιώματα μου δημιουργώντας το, άνθιζαν και χρωματιζόταν η ζωή, κι ενώ με είδα να ανοίγω πόρτες καινούργιες και να μπαίνω στα δωμάτια του θάρρους, της ποίησης, της αφοσίωσης όπως θα έμπαινα σε αυτά των παιδιών για να τα ξυπνήσω, ξαφνικά πέφτει το ρεύμα στο έσσω σπίτι μου και δεν βρίσκω πια τις πόρτες τους.

Γίνεται ο μεγάλος έρωτας άλλη μια σχέση, το διήγημα που άρχισα άλλη μια αγγαρεία. Το σώμα κουράζεται. Δεν έχω δύναμη και βαριέμαι. Παραιτούμαι και ξεφυσώ. Παίρνω τηλέφωνα. Τρέχω στο ψυγείο… Στραγγίζω από ζωή λες και μια μέγγενη με πίεσε ασφυκτικά. Βρίσκω δικαιολογίες: είναι έτσι οι σχέσεις, είναι τα παιδιά, η δουλειά, γιατί να δώσω, είμαι μάλλον άρρωστος, δεν το’ χω…Φυσικά και αυτό οδηγεί στα γνώριμα και καθημερινά, τα βολικά και τα πιο κοινά. Αυτά με τα οποία ξεχνιέμαι και περνά ο χρόνος χωρίς να τον αντιλαμβάνομαι. Μέρα μπαίνει, μέρα βγαίνει μέχρις που μια ολάκερη χρονιά μένει απλά σαν αριθμός που είδα αστραπιαία να περνά χωρίς να γαργαλίσει έστω και λίγο κάποια καινούργια νότα τις χορδές μου.

Και μέσα σε τούτη την πίεση που μου επιβάλλω για συνέχιση του οποιουδήποτε καινούργιου, ένας πόλεμος ξεσπά. Ντύνομαι στρατιώτης, βάζω εξάρτηση και κράνος, παίρνω όπλο. Ένας Αχιλλέας μου γλυκομιλά, προσπαθεί να με μεταπείσει, μετά φωνάζει, μετά απελπίζεται, κι’ εγώ στο χακί αρχίζω να λεηλατώ ακούραστα και πεισματικά. Παράλογα πυροβολώ, παράλογα θυμάμαι κατηγορίες, λάθη, ατέλειωτες δουλειές, όλα όσα δεν και όλα όσα έπρεπε μα δεν. Γεμίζει το είναι μου απέχθεια και μίσος. Αρχίζουν να φωτίζονται οι γωνιές που δεν μου αρέσουν και υφαίνω γεγονότα και πεποιθήσεις με τους συμβούλους πολέμου μου για να χάσει κάθε γη μέσα μου μέχρι και την ελπίδα να κρατήσει μια οποιαδήποτε αξία.

Ξέρω πως εσύ εκεί έξω… που μ’ ακούς… ξέρεις πολύ καλά τι λέω. Ξέρω πως εσύ έξω εκεί που μ’ ακούς έψαξες σε βιβλία και θεραπευτές, σε αυτοβιογραφίες και σε πνευματικά κινήματα να αφιερωθείς πιο μόνιμα σε αυτά που λες δημιουργικά και που σε κάνουν να βάζεις ‘Ζ’ κεφαλαίο στη ζωή, σε αυτά που άμα δίνεσαι αγαπάς καλύτερα αυτό που βιώνεις ως εαυτό σου, και μέσα από το οποίο ξεχνάς τον άλλον που ντύνεται στρατιώτης και απειλεί. Και ωσάν να μπήκες σε ένα μαγνητικό πεδίο που σε τραβά μόνο πάνω και σε εξυψώνει στα μάτια σου σε αντίθεση με το κομμάτι σου που σε κάνει ακόμα ένα λειψό κόκκο άμμου, σε νοιάζεσαι, σε αγαπάς, νιώθεις πιο εύκολη τη ζωή. Έχεις ενέργεια, συναισθήματα. Το παράξενο είναι πως αυτό ακριβώς γίνεται ακόμα και αν αυτό που διεκπεραιώνεις, μέσα στο οποίο δίνεσαι και νιώθεις ολόκληρος, είναι ένα πένθος. Ξέρεις πως δεν θα γίνεις θεός, ούτε ονειρεύεσαι μεγαλεία, χάνεσαι απλά μες την μουσική που φαίνεται να διαβάζει με ακρίβεια τις νότες που ανάβουν το είναι σου και ξεχειλίζουν την πηγή της ζωτικότητας σου.

Μες τον πόλεμο πέραν από τον εαυτό σου φταις τη ζωή, την τύχη σου, τους γονείς, το ταίρι που δεν βρήκες και τα όνειρα σου που όλο και σκουντουφλάνε σε εμπόδια.

Κι όπως συνεχίζει να πυροβολεί ο στρατιώτης όλο και πέφτει τροφή στο τερατάκι του φόβου μες το κλουβί. Και μεγαλώνει, βγάζει νύχια, απλώνει τα μπράτσα και σε τραβά στα κάγκελα του να σε σκίσει και μαζί σου και το παραπέτασμα του ουρανού που φαντάζει να κρύβει την άβυσσο του σύμπαντος.

Ξένος πια προς αυτόν με τον οποίο μόλις χθες έγραφα μαζί, παίζαμε και ερωτευόμασταν έναν άλλον, παθιαζόμασταν στο καινούργιο πόστο, δινόμασταν στο καινούργιο περιστατικό, κυκλοφορώ βαρύς και καταρρακωμένος στα δρομάκια μιας λεηλατημένης ζωής. Κάνω ακόμα και χαμογελώ, μα μου λείπει αυτό που γεύτηκα, κάνω ακόμα και γίνομαι έντονος μα ακούω απόηχους των φωνών και των κινήσεών σε μια πια τενεκεδένια ζωή.

«Ποιός είμαι;» φωνάζει κάποιος.
«Έτσι είναι ο άνθρωπος,» λέει ένας άλλος που ο στρατιώτης μου βίασε στον πόλεμο απάνω.
«Τι κάνω;» φωνάζει άλλος σαν βλέπει το τυλιγμένο με νάιλον σώμα μου και τις δράσεις μου μικρές και ανίκανες να μ’ αγγίξουν.
«Ένας άλλος,» λέει μια άλλη φωνή καθώς παίζω το θέατρο του ‘είμαι’ σ’ ένα σανίδι που τρίφτηκε ενοχλητικά στις επαναλαμβανόμενες μου κινήσεις.

Η αλλαγή φαντάζει αδύνατη και η ενσάρκωση της ψυχής μου σ’ ένα σώμα που κτυπιέται χωρίς χορογράφο ανέλπιστη.

Σταματώ, με σταματώ απ’ όλα… φοβάμαι, κάνω κρίση πανικού, νυστάζω και δεν ακούω καλά… νιώθω άρρωστος και πίνω αλκοόλ, κάνω ναρκωτικά, χορεύω μανιακά και κρίνω ακούραστα. Σταματώ κι’ άλλο… φοβάμαι πιο πολύ, κοιτώ με τρόμο εμένα να ζω, σκέφτομαι και οι σκέψεις συγχέονται και καρδιοχτυπούν ανεξέλεγκτα. Σταματώ με πιο πολύ φρένο και πια στραγγισμένος έχω μείνει εγώ και ο θάνατος μπροστά μου να με καλεί να πάω. Δεν έχω ανάγκη από προσευχές μήτε θεούς, δεν έχω ανάγκη από σύντροφο κι’ έρωτες, δεν έχω ανάγκη από γκρεμό, γκρεμίστηκα. Γυρνάω μέσα το κεφάλι και φωνάζω: Βγες!

Κλαίω, κάνει διακοπές η ανάσα, βραχνιάζει η φωνή.
Βγες προστάζω ξανά, και θα δεχτώ ό,τι δώσεις, θα δεχτώ ό,τι χάσω, θα αφήσω πίσω τα όσα νόμισα και τα όσα πιστεύω……

Κάθομαι και αρχίζω να γράφω, δεν έχει σημασία κανένας πια και τίποτα. Σταματώ τους μνηστήρες του νου που ψιθυρίζουν μεταξύ τους μέσα μου σαν σε συνάθροιση κηδείας.

Θέλω να’ μαι εγώ, θέλω να ζω. Γράφω κι’ άλλο και ξέρω πως όσα περιέγραψα θα τα ξαναζήσω. Ξέρω πως δεν είναι γη να κατακτήσεις μια για πάντα η ζωή της δημιουργίας και της παρουσίας. Ξέρω πως δεν μπορώ να με νοιάζομαι κάθε μέρα, ξέρω πως θα ξεχαστώ ξανά ερήμην μου, ξέρω πως δεν θα αργήσει η κριτική και οι ιδανικές εικόνες, η σύγκριση, το πείσμα, ο φόβος να ακούσω τον άλλο, η απελπισία για το ανθρώπινο και το κοινωνικό. Γράφω όμως, και όσο γράφω αφήνομαι κι’ άλλο στη θάλασσα μου, δεν αποδρώ από το τετριμμένο, έχω επίγνωση.

Δεν έχει νόημα, τίποτα δεν έχει νόημα, πάντα υπάρχει καλύτερο και πιο δελεαστικό, πάντα υπάρχουν γυψοσανίδες να καλύψουν γρήγορα τις τρύπες από τους πολέμους μου όπως να τρέξω έξω να με πείσουν οι άλλοι πως αξίζω και είμαι καλός. Και ξέρω πως σε αυτό το γρήγορο, τίποτα δεν θα εισχωρήσει ως το μέρος από το οποίο νιώθω πιο κοντά στην ένωση μαζί μου. Στο μέρος που δεν είναι χώρος απόδρασης μα ζωής.

Γράφω και με αυτό το τρόπο σήμερα Ζω, χωρίς νόημα χωρίς λόγο, απλά διότι γράφοντας είμαι εγώ, σε μια σκηνή μακριά από πολέμους και ατμόσφαιρες γεμάτες μπαρούτι, που έστησα με ό,τι καλό έσωσα από όλους μου τους πόλεμους. Δεν έφερα μαζί μου τα συντρίμμια, μήτε σκισμένα όνειρα, μήτε παλιές ελπίδες, μήτε επίκριση. Ξέρω πως ο στρατιώτης μέσα θα ξαναβάλει χακί και θα πάω μαζί του στη σκηνή με το χιλιοπατημένο σανίδι της επανάληψης, μα βρήκα ησυχία να αγαπηθώ λίγο με τη ζωή και να βάλω άλλο ένα κομματάκι στο μαγνήτη που πιο δυνατά θα με τραβά από τον πόλεμο στη Ζωή.

Δεν ξέρω τίποτα με σιγουριά, όμως όταν κοιτάζω τα αστέρια με κάνει να ονειρεύομαι. Βίνσεντ Βαν Γκογκ

Posted on
Δεν ξέρω τίποτα με σιγουριά, όμως όταν κοιτάζω τα αστέρια με κάνει να ονειρεύομαι. Βίνσεντ Βαν Γκογκ

© 2017. Photo by Panayiotis Christofides

I don’t know anything with certainty, but seeing the stars makes me dream. Vincent van Gogh

Ήτανε μεσημέρι, και στεκόμουνα έξω από την γυάλινη πόρτα του διαδρόμου του νοσοκομείου στο οποίο εργαζόμουν, ένα κέντρο ανακουφιστικής φροντίδας, ισόγειο, και κάπνιζα. Οι νοσηλευτές έμπαιναν και έβγαιναν στα δυο δωμάτια που τα χώριζε ένας τοίχος όπου στο ένα νοσηλεύονταν 4 γυναίκες και στο άλλο ένας κύριος που συμπαθούσα πολύ.  Είδα να φτάνουν ταυτόχρονα από δυο διαφορετικά γραφεία τα αυτοκίνητα που θα παραλάμβαναν το σώμα, αυτό που σήμαινε πως κάποιος πέθανε, και όχι μόνο ένας μα δύο. Οι νοσηλευτές έκλεισαν τις πόρτες των άλλων δωματίων και χωρίς να συνεννοηθούν έβγαλαν και το ένα φορείο και το άλλο στο διάδρομο ταυτόχρονα. Δυο άνθρωποι νεκροί ξαπλωμένοι στα άσπρα τους σεντόνια βρίσκονταν την ίδια ώρα στο διάδρομο. Οι νοσηλευτές κοντοστάθηκαν για λίγο, και τα δυο ξαπλωμένα αυτά σώματα έμειναν δίπλα δίπλα μέχρι να συνεννοηθούν ποιο θα έφευγε πρώτο. Έβλεπα αυτή την σκηνή χωρίς να ξέρω ποια από τις γυναίκες του θαλάμου ήταν που είχε πια φύγει από τη ζωή. Οι μετακινήσεις έγιναν, τέλειωσα το τσιγάρο και μπήκα πίσω στον διάδρομο. Οι πόρτες είχαν πια ξανανοίξει και έβαλα το κεφάλι μου στο δωμάτιο να δω ποια κυρία είχε πεθάνει.

Ξαφνικά ένιωσα να χαμογελούσε η ζωή, ένας θεός, κάποιος και χαμογέλασα μαζί του. Εσείς που θα ακούσετε την ιστορία ίσως με κρίνεται ρομαντικό ή βλάκα μα μέχρι και σήμερα θυμάμαι με γλύκα εκείνη τη μέρα.

Ο Θεοφάνης, ο κύριος στο μονόκλινο είχε έρθει στην Κύπρο μετά από κάποιο πόλεμο στη χώρα του, μικρός τότε, από μια οικογένεια ευκατάστατη που μάζεψε ό,τι είχε και του τα ‘δωσε για να φύγει και να μην τον πάρουν φαντάρο. Ήρθε, 17 χρονών στο νησί, σε μια άλλη εποχή, τότε που η Κύπρος ήταν ακόμα Αγγλοκρατούμενη. Ήταν μόνος, με ανησυχίες τεράστιες, μη ξέροντας άνθρωπο να μιλήσει, να πει πως ανησυχεί για τη μάνα και τις αδελφές του, τον πατέρα. Τα τηλέφωνα δεν ήταν κοινός τρόπος επικοινωνίας και τα γράμματα δεν φαίνονταν να παραλαμβάνονται άμα τα έστελνε. Γύριζε τους δρόμους της Λευκωσίας μέχρι που κάποια πόρνη του έκανε σινιάλο. Μπήκε μα δεν ήθελε να κάνει έρωτα, δεν ήξερε κιόλας άμα θα ’πρεπε. Αλλιώτικα μεγάλωσε και ονειρεύτηκε την πρώτη του φορά. Το άρωμα της όμως, τα χάδια της οι αγκαλιές της τον έκαναν να θέλει κι’ άλλο να μένει μαζί της. Πλήρωσε και έφυγε. Την άλλη μέρα ξαναπέρασε, είχε πια πρόταση επιθυμίας. Ήθελε να την πληρώσει να την κρατά αγκαλιά και να τον αγκαλιάζει κι ‘αυτή. Δεν ξέρω πόσο οι δυο έμπλεξαν τις μοναξιές τους μα συνδέθηκαν. Αυτή δεν ήθελε πια λεφτά μα αυτός επέμενε να πληρώνει, μιλούσε για το παιδί της που το ‘δωσε στη μάνα της να το μεγαλώσει γιατί δεν ήθελε η οικογένεια της ο γιος της να ξέρει την κατάντια της μάνας του, κι αυτός για τη δικιά του μάνα που δεν μπορούσε ούτε εκείνη να τον δει. Μιλούσαν, έκλαιγαν, γελούσαν μα κυρίως αγκαλιάζονταν. Ποιος ξέρει ποιον νόμιζε ο καθένας τους πως κρατούσε στην αγκαλιά του μα ήταν αυθεντική η αγάπη που είχε μέσα. Ατόφια, γιομάτη ανάγκη και εκπλήρωση, ανακούφιση, χαρά, αντάμωση.

Άμα μου τα διηγόταν χρόνια μετά ξαναγινόταν εκείνο τ’ αγόρι, και τα μάτια του με κοίταζαν σαν να ’ταν και δικός μου γιός, και τον αγκάλιαζα κι’ εγώ άμα έφευγα μέχρι την επόμενη μέρα που θα τον ξανάβλεπα.

Στο δωμάτιο των τεσσάρων γυναικών, δίπλα ακριβώς από το δικό του είχε φτάσει μια γριά πόρνη. Είχε ένα γιο, μεγάλο σε ηλικία που ερχόταν και την έβλεπε αραιά και που. Δεν μου ζήτησαν ποτέ να την δω, ούτε η ίδια μάλλον μα χαιρετιόμασταν άμα έμπαινα στο δωμάτιο τους για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Ήταν μεγάλη και τα είχε χαμένα, έκλαιγε άμα έβλεπε το παιδί της. Ζήταγε τον παπά να ξομολογηθεί κάποιες φορές και κάποιες μάλλον συγχώραγε μόνη τον εαυτό της. Ήταν μια γλυκιά ταλαιπωρημένη γριούλα που συμπαθούσα χωρίς να ξέρω.

Εκείνο το πρωί αποφάσισαν και οι δυο να πηδήξουν στο άγνωστο ταυτόχρονα. Και εκείνη την ώρα που κάπνιζα ταυτόχρονα οι νοσηλευτές που τίποτα δεν ήξεραν από την ιστορία του Θεοφάνη, τους ξεπόρτιζαν μαζί. Κι’ όπως έβλεπα τη σκηνή ο σκηνοθέτης μέσα μου φαντάστηκε πως αυτή ήταν η πόρνη των αγκαλιών του Θεοφάνη, και πως σε μια άλλη καινούργια έξοδο από την χώρα της ζήσης βιάστηκε κι’ αυτή να φύγουν μαζί. Να βρεθούν κάπου αλλού αγκαλιασμένοι, ξανά, να πουν για τα χρόνια που πέρασαν και τις ζωές τους. Το γάμο του Θεοφάνη, την επανένωση της κυρίας με το παιδί της, τις αμαρτίες και τα θαύματα που κάνει ο καθένας σε μια ζωή.

Δεν μίλησα σε κανένα, χαμογέλασα και πήρα μαζί μου το χαμόγελο για μέρες. Ίσως να’ ναι όλο αυτό φανταστικό, ίσως και αλήθεια. Δεν ξέρω ούτε θα μάθω ποτές μου. Όμως ξέρω σίγουρα πως ο Θεοφάνης ξαναξάπλωσε δίπλα σε μια πόρνη σαν βρέθηκε ξανά μόνος και μακριά από την καινούργια του οικογένεια, και αυτό μου ήταν αρκετό.

Ο νους ψάχνει λογικά να καταλάβει, να βάλει στοιχεία μαζί και να κάνει εξισώσεις, ένα παιδί μες τον καθένα μας θέλει να ξαναζήσει την μαγεία που μικροί όλοι γευτήκαμε άσχετα των δυσκολιών των βιωμάτων μας. Είχαμε όλοι ανάγκη να βάλουμε γυαλιά μυωπίας στη λογική και στα όσα ήταν για να παίξουμε με την θολούρα που πρόσφεραν τα ματογυάλια μας και να δούμε κόσμους αγάπης, αποδοχής, ηρωισμού, επιτυχίας, τύχης, συμπτώσεων. Αυτά τα γυαλιά τα πετάξαμε οι πιο πολλοί χρόνια τώρα και με την φαντασίωση ψάχνουμε να προβλέψουμε κινδύνους και καταστροφές μες την ευαλωτότητα που ανακαλύψαμε πως έχουμε μπροστά στα μυστήρια του θανάτου και της ζωής. Σήμερα θυμήθηκα εκείνη την μέρα που τα ξανάβαλα. Και ήθελα να σας πω πως είδα την πραγματικότητα.

Έζησα μια ζωή με πολλές συμπτώσεις, πολλά αναπάντεχα, τα πιο πολλά δώρα, ίσως αυτά και να θυμάμαι περισσότερο, ίσως η δυσκολία μου στην στατιστική να με κάνει ακόμα να πιστεύω πως υπάρχει κάπου κάποιος που θέλει να παίξουμε, ίσως ακόμη και να αρνούμαι να πιστέψω πως η ζωή είναι μόνο επιβίωση. Όπως και να ‘χει, ο Θεοφάνης έφυγε με συνοδεία και εγώ το εμπειράθηκα και χαμογέλασα και ας μην μάθω ποτές αν αυτή η κυρία ήταν η πόρνη της αγκαλιάς…

 

Το φραπέ της Μαρίας

Posted on
Το φραπέ της Μαρίας

Είναι πολλές οι φορές που άνθρωποι γύρω μου μιλάνε με θαυμασμό για τα όσα έκανα με τους ογκολογικούς ασθενείς, την δύναμη καρδιάς και το σθένος να είσαι μέσα στην μιζέρια και τον θάνατο. Άλλοι, πελάτες, ασθενείς, σήμερα που είμαι πια ιδιώτης ντρέπονται να με απασχολούν με τα μικρά δικά τους λένε μετά από τα όσα είδα και άκουσα από τόσους συνανθρώπους μας που αντιμετώπιζαν το για πάντα του θανάτου.

Πέρασα και χρόνια εκμεταλλευόμενος την θέση μου κοντά στους καρκινοπαθείς στις γνωριμίες καινούργιων ανθρώπων για να κερδίσω κάποια υπόσταση και ενδιαφέρων σαν άνθρωπος, να αγαπηθώ, να με υπολογίσουν. Ο κριτής μέσα μου θα το έλεγε κατάντια και το εγώ μου θα πάλευε να αποδείξει πόσο το διακαιόμουνα.

Αυτά τα χρόνια που πέρασαν από τότε που παραιτήθηκα με άφησαν με διάφορα συμπτώματα, πυρωτικές ενοχές, κρίσεις πανικού, κρίσεις νοήματος, ίσως και διάφορες περιόδους κατάθλιψης. Σκέφτομαι πολύ, φοβάμαι τα συναισθήματα μου και την ανάγκη της ανάγκης. Βρίσκω τρόπους να με κρατώ σε υπερδιέγερση γιατί φοβάμαι την ησυχία και τα όσα κρύβει μέσα από τις πληγές μου. Και η ογκολογία μου πρόσφερε πολλά συναισθήματα, μέσα από τα οποία ξέχναγα τα δικά μου, ζούσαν για λίγο και μετά είχε άλλα και μετά άλλα.

Σαν μανιακή μέλισσα ιστοριών και εμπειριών κουβαλούσα το νέκταρ των συναισθημάτων και των βιωμάτων στη φωλιά. Κι’ αυτή η φωλιά ξεχείλισε μα δεν πήρα χαμπάρι, συνέχιζα, ξεχνούσα τα δικά μου και ζούσα άλλα και άλλα και ιστορίες και μαγεία, σε ένα επίπεδο όπου ήμουν πια θεατής μιας ζωής γεμάτης στην οποία τίποτα δεν χώνευα.

Όταν σταμάτησα ένιωθα πως ζούσα πια σε ένα σπίτι που παραγέμισα έπιπλα κι’ όλο σκουντουφλούσα πάνω και πόναγα, φούσκωνε το πόδι, πνίγονταν το πνευμόνι και είχα πολύ συγύρισμα και ψάξιμο να κάνω.

Δεν ήμουν πια άγγελος, δεν ζούσα πια μέσα από τις ιστορίες, ήμουν το μικρό πλάσμα το γεμάτο από την ίδια ανάγκη που έχουμε όλοι: να μ’ αγάπα ο άλλος.

Στον καθένα αυτή η ανάγκη παίρνει ένα είδος δρόμου για να εκπληρωθεί. Και καμία άλλη οδό δεν καταδέχεται για να φτάσει στην αγάπη που ποθεί. Και αυτή η οδός, αυτός ο δρόμος καθορίζεται από κάποια πιο παλιά χρόνια, δικά μας, των προγόνων μας……… κάποιοι δρόμοι λέγονται θυματοποίηση, άλλοι εξάρτηση, άλλοι ηρωισμός, πλούτος, πνευματικότητα και τόσες άλλοι οδοί στις πόλεις της ζήσης, μέσα στην ανάγκη να μας αγαπήσουν.

Δεν αντιλαμβανόμαστε πως η ζήση είναι ποτάμι χωρίς αρχή και τέλος, με ακτές που άμα τις πατήσεις είναι επειδή πια ανήκεις αλλού, σε άλλο πράμα από την ζωή που ξέρουμε.

Η δικιά μου οδός, ο ηρωισμός. Η κύρια! και οι πόλεμοι άμα τελείωναν έπρεπε να φτιάξω κι’ άλλους, τα μεγάλα βιώματα άμα έπαυαν έπρεπε να βρω κι’ άλλα. Δεν καταδεχόμουν την μικρότητα των δικών μου. Να αγαπηθώ για εμένα ήταν μόνο δια μέσου του τι έκρινα ως ηρωισμό.

Μέχρι που θυμήθηκα την Μαρία.

Εκεί, σ’ εκείνο το σημείο, άρχισα να αντιλαμβάνομαι πόσο σνόμπαρα τα μικρά και καθημερινά, όπως οι Μη-καρκινοπαθείς πελάτες μου τα δικά τους προβλήματα. Αντιλήφθηκα πως ότι και να μας βασανίζει, είτε αυτό είναι μια ασθένεια που απειλή τη ζωή μας, μια κρίση πανικού, μια μελαγχολία, ένας ψυχαναγκασμός, όλα μα όλα τείνουν να μας βγάζουν από την ροή της ζήσης. Εμείς προσπαθούμε να τα επιλύσουμε κολλώντας στην οδό που επιλέξαμε. Και εκεί βασανιζόμαστε καθώς ψάχνουμε στο δρόμο της σημάδια, αρχιτεκτονικά σχέδια, αριθμούς και επεξηγήσεις. Και αυτή η ανάγκη μας κουβαλά το σημάδι του θανάτου. Αυτού που ότι και να γίνεται στη ζωή παραμένει ίδιο, παντοτινό, απαράλλακτο, ξανά και ξανά.

Άμα φύγεις από την πόλη, την οδό που η ιστορία σου σε έκανε να διαλέξεις για να φτάσεις στην απόλυτη αποδοχή και αγάπη, το μυαλό δηλαδή και την σκέψη. Άμα αφεθείς στις αισθήσεις του φόβου, της ανάγκης, του πόνου, της χαράς, της ζήλειας, του δέους, αντιλαμβάνεσαι πως ζεις. Δεν έχει νόημα, δεν φτάνει κάπου, δεν εξυπηρετεί τον ηρωισμό ή όποια άλλη οδό διάλεξες. Μα γίνεσαι ζωή, φτιάχνεις! Μπορεί να μην επιλύει καν αυτό που μας βασανίζει μα ανοιγόμαστε στην ζωή.

Η Μαρία λοιπόν μια όμορφη νεαρή κοκκινομάλλα, στα 30 της είχε κι’ αυτή την δικιά της οδό. Διαγνώστηκε με ένα καρκίνο και ήταν πια αργά να θεραπεύσει ιατρικά. Το έντερο έκανε απόφραξη, δηλαδή μπλόκαρε και μπήκε ένας ρινογαστρικός σωλήνας, σαν προβοσκίδα από την μύτη ως τα σωθικά, ο οποίος απαγόρευε οποιαδήποτε τροφή ή υγρά.

Ο χρόνος που θα παρέμενε ήταν άγνωστος. Κάθε μέρα ήταν μια ελπίδα να βγει και κάθε μέρα ήταν μια αναμονή για να ζήσει μέσα από μια γεύση που πεθύμησε, ένα ποτήρι παγωμένο νερό, ένα κάτι.

Η συγκέντρωση της λοιπόν ήταν ο σωλήνας, κάθε άλλη πιθανότητα αίσθησης και ικανοποίησης έκαψαν. Όλο για αυτό μιλούσε λες και άμα έβγαινε θα’ χε πια γιάνει. Ήξερε πως δεν ήταν έτσι αλλά όπως όλοι συγκεντρωνόμαστε στο δέντρο που κρύβει το δασός και πιστεύουμε πως άμα το τάδε ή το άλλο τάδε γίνουν, θα’ μαστε πια καλά, έτσι και η Μαρία.

Στον ένα μήνα είχε πια αδυνατήσει, άρχισε να καταθλίβεται, να μην την ενδιαφέρει τίποτα άλλο. Είχε κολλήσει το μυαλό όπως ο σωλήνας στην γαστρική οδό.

Κάποιος θα με έλεγε σκληρό μα την ήθελα να ξεκολλήσει, να φτιάξει κάτι, να χαθεί σε μια αφήγηση, να ξεχαστεί σε μια αγκαλιά, να ζήσει μια συνάντηση, να βγει από τον ψυχαναγκασμό κάποιας κατάστασης που δεν μπορούσε πια να ελέγξει.

Ήταν μια πρώτη ηλιόλουστη μέρα μετά από καιρό. Κάθισα δίπλα της και την εξανάγκασα να μου πει τι θα έκανε άμα ήταν λέφτερη από τον σωλήνα και τους γιατρούς. Δεν δεχόταν, φοβόταν να μπει στην ελπίδα κάποιου άλλου σεναρίου, στην ανάγκη μιας επιθυμίας. Και ήξερα ότι έπαιρνα μεγάλο ρίσκο αλλά έστω και το γοερό κλάμα, το άγγιγμα της απόγνωσης μου φάνταζαν καλύτερα από το επαναλαμβανόμενο, το κόλλημα, τον χρόνο που χανόταν και που την οδηγούσε σε ένα φυσικό θάνατο δίχως να έχει νιώσει κάτι, εξιτάρει μια άλλη αίσθηση. Τα πράγματα ήταν πια επικίνδυνα έτσι κι’ αλλιώς.

Σε κάποια φάση έκλεισε τα μάτια της και μου είπε με θυμό πως την εκνευρίζω, πως δεν καταλαβαίνω τίποτα, πως χρειάζεται ένα θαύμα κι’ εγώ μουρμουρώ βλακείες και την βάζω να ξεχαστεί από τον σκοπό της: να βγει ο σωλήνας.

Επέμεινα κι’ άλλο. Φοβούμουνα πιο πολύ από την ίδια, φοβούμουνα σίγουρα και πρόβαλλα και τα δικά μου κολλήματα, όμως αντιλαμβανόμουν πως μπορούσε να επιθυμήσει και αυτό θα μπορούσε μοναχά να επιτρέψει να ξυπνήσει στη ζήση. Ενέδωσε και άρχισε με θυμό, σαν παιδάκι που σου κάνει το χατίρι αλλά το πληρώνεις με τη ξινίλα του, να μου περιγράφει ένα καφέ στην πόλη της στο οποίο πήγαινε μόνη και καθόταν και διάβαζε. Πως εκεί ένα παιδί της έφτιαχνε το φραπέ της και της το σέρβιρε με κομπλιμέντα. Πως θυμάται την γεύση του, την αίσθηση από το πλαστικό καλαμάκι στα χείλια και τα δόντια της, τον γλυκό καφέ, την απόλαυση των πρώτων γουλιών. Συνωμοτήσαμε με ένα νοσηλευτή και το γιατρό της να της φτιάξουμε ένα φραπέ.

Την έβαλα στο καρότσι και την πήγα στον ήλιο. Ακόμη με μισούσε. Ήρθε το φραπέ. Το κοίταζε, το περιεργαζόταν, το μύριζε, σαν να’ ταν γεμολόγος που της δώσαμε ένα σπάνιο λίθο.

“Μπορώ;” ρώτησε.

“Λίγο”, είπαμε.

“Θα βγει από τον σωλήνα, αλλά μπορείς να απολαύσεις όσο γίνεται.”

Ήταν αδύναμη για να κρατήσει καν το μεγάλο ποτήρι μα επέμεινε. Μεταξύ διακριτικών δακρύων χαράς και μια αίσθηση απόλυτης υγείας η Μαρία είχε βρει την Μαρία που ξέχασε. Αυτήν που διάβαζε σε εκείνο το καφέ, που την φλέρταραν, που ξεχνιόταν.

Η υπόλοιπη μέρα συνέχισε όμορφη. Ξέχασε των σωλήνα, τον είχε νικήσει κι’ ας παρέμενε ακόμη εκεί. Έφτιαξε ζωή κι’ έκλεψε από τον θάνατο τα δικαιώματα της. Βρήκε κάτω από τα ερείπια που την παγίδεψαν μετά τον σεισμό, τρυπούλα να ανασαίνει και να βλέπει φως. Ζωντάνεψε, αγάπησε, ήθελε να ακούσει τους άλλους, ήθελε να με βρίζει γελώντας.

Η Μαρία έφυγε κάποιες μέρες μετά. Έχοντας όμως νικήσει, αλλάζοντας οδό. Δεν την ένοιαζε πια το πεθαίνω, την μάγεψε το ζω. Άφησε την οδό της πόλης και βούτηξε στο ποτάμι της ζήσης. Δεν είχε νόημα, δεν είχε λογική, δεν πήγαινε κάπου. Είχε αισθήσεις, είχε συναισθήματα. Κι’ ας ήταν το νερό ασφυκτικά παγωμένο και οι βράχοι παντού και επικίνδυνοι στο δρόμο της, είχε μπορέσει να ξεχάσει τα εμπόδια και τις ανάγκες και να γίνει επιθυμία. Πεθαίνω είναι κολλώ στις ανάγκες και παύω να επιθυμώ. Κι’ η Μαρία μου είδε στο φραπέ της και γεύτηκε την ζωή της. Ο σωλήνας ήταν μια ανάγκη στην οποία κόλλησε για να ζήσει ξανά όσα πίστευε ήθελε. Μα είχε μπόλικο φόβο και αγωνία να επιθυμήσει χωρίς η ανάγκη να εκπληρωθεί και οι συνθήκες να γίνουν όπως την οδό που φαντάστηκε.

Ο νοσηλευτής, ο Δήμος, δεν ξέρω που είναι πια σήμερα αλλά είμαι σίγουρος πως κι’ αυτός δεν έχει ξαναπιεί φραπέ χωρίς την θύμηση της.

 

 

Μοιραστήκαμε πολλά με την Ευπραξία…

Posted on
Μοιραστήκαμε πολλά με την Ευπραξία…

Δεν της άρεσε το όνομα της, δεν ήθελε κανένα της παιδί να το δώσει σε εγγόνι της όπως είναι το έθιμο. Γεννήθηκε το ’24 όσο και να τ ‘αρνιόταν, όσο και να είχε κάποια άλλη ιστορία κάθε φορά για να δικαιολογήσει το λάθος στην ταυτότητα της. Δάγκωνε τα χείλια της σε κάθε της γενέθλια άμα έβλεπε τα νούμερα στην τούρτα.  Έγινε αρκετά μεγάλη όταν πια στο παζάρι τα κεριά έβγαιναν σε σχήματα αριθμών και δεν μπορούσαν να χαθούνε κάποια χρόνια στη σωρεία κεριών στην τούρτα.

Έδωσα τ’ όνομα της σε αυτή την σελίδα γιατί ήταν πηγή αγάπης και έμπνευσης για μένα, έριχνε Νεραϊδόσκονη στις παιδικές μου στιγμές και μέσα από τις ιστορίες της είχα ζήσει τις άμαξες, τον σιδηρόδρομο της Κύπρου που πια δεν υπάρχει, τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, τα κουπόνια φαγητού, την Αγγλοκρατία στο νησί μας, τον αγώνα ενάντια στους Εγγλέζους, το πόλεμο του 1974 που έσκισε το νησί μας σε δυο κομμάτια, το πραξικόπημα……. Τόσο ζωντανά με έκανε να τα ζω που στα 5 μου που πήγα σχολείο,  δήλωσα πρόσφυγας για να παίρνω συσσίτιο. Υπήρξα στρατιώτης, δολοφόνος, έψαχνα κρυψώνες στα δέντρα να ετοιμαστώ για τον ερχομό ενός εχθρού και έμπαινα κάτω από το κρεβάτι της και μέτραγα τις κονσέρβες που φύλαγε ευλαβικά για τον επόμενο πόλεμο. Κανείς πια δεν θα την άφηνε νηστική επειδή θα έπαιρνε ένα όπλο για να κάνει πολέμους. Δεν ξέρω άμα η Ευπραξία ήταν μια παραμυθού ή άμα τα όσα έλεγε ήταν αληθινά. Όμως ήταν πειστική, και εγώ την ζουσα την ιστορία. Μεγάλωσα στο μικρό της σπίτι πεπεισμένος πως μαζί μας ζούσαν αντάρτες και κατάσκοποι, πως στην αυλή μας είχε θησαυρούς και στην πέρα γειτονιά ήταν οι εχθροί. Ταΐζαμε τα γατιά ολάκερης της υφηλίου, φτιάχναμε υπόγειες διόδους για τους σκαντζόχοιρους και εξημερώναμε τα σκυλιά, δίναμε στον Βύρωνα, τον ‘χαζό’ της γειτονιάς να πιει σε ποτήρια μεταλλικά φτιαγμένα από κουτιά κονσέρβας και παίρναμε στους στρατιώτες ,που ήταν παιδιά και έκαναν τη θητεία τους, φαΐ που μας ξέμενε στα δείπνα μας άμα είχαμε καλεσμένους. Κάθε φορά που κάποιος πέθαινε στην γειτονιά με έπαιρνε από το χέρι και πηγαίναμε να κάτσουμε γύρω από το τραπέζι πάνω στο οποίο ξάπλωναν το σώμα, μέσα στην τραπεζαρία, και μέναμε σιωπηλοί.  Με την Ευπραξία να φορά το πρόσωπο της απόλυτης λύπης και συμπόνιας που εξαφάνιζε μόλις βγαίναμε διότι έπρεπε να μου σχολιάσει νεκρό, οικογένεια, γείτονες και  λοιπούς μοιρολόγους που κάθονταν γύρω γύρω.

Πιστεύω είχε μια δόση τρέλας. Της άρεσε η ζωή. Τα μεσημέρια ξάπλωνε και έλυνε σταυρόλεξα, διάβαζε εφημερίδες και ‘Αρλεκιν με την ελιά στο πόδι μονίμως πληγωμένη από τα παπούτσια και τις ώρες που πέρναγε στον κήπο. Θυμάμαι κάθε μυρωδιά. Σαν παιδί θυμάμαι να μάζευα μυρωδιές, στα σπίτια των γειτόνων ήξερα την μυρωδιά στο κάθε δωμάτιο, από πόδια, από σαπούνι, την μπουγάδα, τα ρούχα, την μηχανή για ράψιμο, την γκαζιέρα, την ασθένεια, την έξοδο…..

Το επάγγελμα μου σήμερα είναι απόλυτα συνδεδεμένο με ιστορίες, με στιγμές, με μυρωδιές και συναισθήματα. Μου αφηγούνται και γίνομαι σκηνοθέτης, έτσι δεν ξεχνώ τίποτα απ’ όσα μου λένε. Έγινα συλλέκτης ιστοριών από την Ευπραξία και γραμματόσημων από τον άντρα της, τον Κωστάκη. Κάποιες φορές κατεβαίνω στην κάβα μου όπου έχω πάπυρους γεμάτους από ιστορίες και κάθομαι. Αυτές ξυπνάνε , ξετυλίγονται, μιλούν, κλαίνε και γελάνε. Κάποιες δίκες μου, κάποιες της γιαγιάς και των υπολοίπων που έφυγαν, κάποιες ασθενών μου, φίλων, ερώτων, παιδιών. Είμαστε όλοι ιστορίες, λέξεις μπλεγμένες από διάφορες εμπειρίες και εποχές. Κάποιες τις ψάχνουμε ακόμα για να μας κατανοήσουμε, κάποιες τις δημιουργούμε και τις κλέβουμε για να χτιστούμε, άλλες για να γεμίσουμε τα κενά της μοναξιάς και τις σιωπής που μας φοβερίζουν.

Μοιραστήκαμε πολλά με την Ευπραξία, την γιαγιά μου, μια τρελή παραμυθού, περήφανη, παντογνώστη, αγαπησιάρα, ’κοινωνιολόγο και γιατρό’ εκ πεποιθήσεως . Έγειρε ένα βράδυ το κεφάλι της πλάι στο δικό μου και πέθανε, στα βαθιά της γεράματα σε μια παρόμοια στιγμή όπως δεκάδες χρόνια πριν οι δυο μας σ ‘ένα άλλο κρεβάτι ο ένας να λύνει σταυρόλεξα και ο άλλος να διαβάζει Μίκη Μάους.

Έχω χιλιάδες ιστορίες, από τότε, από την γειτονιά, από τους ασθενείς μου, από το τώρα μου, από την φαντασία μου. Και κατεβαίνοντας στην κάβα μου τις προάλλες αποφάσισα να αρχίσω να τις μοιράζομαι. Ποιος είμαι εγώ θα έλεγε ο άλλος; Κανείς αλήθεια. Μια λέξη είμαι που διασχίζει το άπειρο. Και μαζεύει κι ‘άλλες και φτιάχνει πόλεις, χωριά, σπίτια, καφενέδες, και πράματα. Έχουν καρδιά όμως οι ιστορίες μου, και αυτή την καρδιά μου θέλω να ανοίγω, μιας και μέσα στις χαραμάδες μεταξύ των λέξεων φωνάζω συναισθήματα και ανάγκη να ενωθούμε. Μέσα σε αυτά τα διαστήματα μεταξύ των λέξεων ζω το κενό που υπάρχει άμα διερωτάσαι ποιος είσαι και γιατί ζεις. Ξέρω πια πως κανένα τέτοιο ερώτημα δεν θα απαντηθεί, και γράφοντας, αφήνοντας αυτά τα κενά, επιθυμώ ξανά και ξανά ν ‘ακουστεί η βοή που φωνάζει την άλλη λέξη να’ρθεί κοντά να παντρευτούμε. Να γίνουμε πρόταση, να μην πέσουμε στο κενό του αγνώστου, να μείνουμε ενωμένοι σαν οι Σουλιώτες άμα έπιαναν χέρια και χόρευαν και τραγούδαγαν πέφτοντας στο γκρεμό για να μην τους φάει ο εχθρός, το άγνωστο και το χωρίς νόημα. Οι ιστορίες μου λοιπόν δεν έχουν σημασία στα όσα λένε πέραν της ομορφιάς των συνδέσεων των λέξεων τους. Οι ιστορίες μου αποζητούν να επιδείξουν ξανά και ξανά την αλήθεια. Γραμμένη η καθεμία λέξη μεταξύ δυο κενών σε αυτό  με την πίσω λέξη αντιλαλεί η ελπίδα να μην μείνει μόνη, σε αυτό με την μπροστινή η  ελπίδα να φτάσουμε κάπου. Τελειώνουμε σαν ένα οποιοδήποτε κείμενο, και όσο νόημα και να πιστεύουμε πως βρήκαμε, τελειώνουμε, μέσα σε τούτες τες δημιουργίες ξανά και ξανά των κενών και των ελπίδων, τον αντίλαλων για ένωση, δημιουργούμε ζωή, αυτό θα ήθελα να συνεχίσει να κάνει η Ευπραξία.